Μεταναστευτικό. Απαίτηση για Δικαιότερη Κατανομή των Βαρών στην Ε.Ε.

Άρθρο του Στέφανου Σωτ. Γκίκα*

Το προσφυγικό – μεταναστευτικό ζήτημα προβληματίζει έντονα την Ελληνική κοινωνία. Η αποτελεσματική διαχείρισή του προϋποθέτει, τόσο την ύπαρξη σαφούς αντιλήψεως της πολυδιάστατης μορφής του, όσο και την ανάγκη αναλήψεως των απαραίτητων πρωτοβουλιών και ενεργειών από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.

Προφανώς, το μεταναστευτικό δεν είναι Ελληνικό ζήτημα, αλλά Ευρωπαϊκό και διεθνές. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η διεθνής διάσταση και ιδίως η στάση της Τουρκίας, η οποία φιλοξενεί 3.5 εκατομμύρια πρόσφυγες και μετανάστες. Παρόλο που υφίσταται Συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας, η οποία μάλιστα περιλαμβάνει και σημαντική οικονομική ενίσχυση, η Τουρκία όχι μόνο δεν αποτρέπει, αλλά διευκολύνει τους μετανάστες να “διαφεύγουν” προς την Ελλάδα. Το άνοιγμα της «στρόφιγγας» χρησιμοποιείται δυστυχώς με εκβιαστικό τρόπο από την Άγκυρα για την επίτευξη πολιτικών και στρατηγικών στόχων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της Ε.Ε. είναι μάλλον απογοητευτική. Η Ελλάδα, η Ιταλία, η Μάλτα και η Ισπανία, σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος του μεταναστευτικού, καθώς αποτελούν τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης. Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία όσων εισέρχονται, επιδιώκουν την διαφυγή τους προς χώρες της κεντρικής Ευρώπης, οι οποίες όμως συμπεριφέρονται κατά τρόπο αδιάφορο και σίγουρα μη αλληλέγγυο…

Η ανάγκη για αλλαγή στάσης της Ε.Ε. και εφαρμογής άλλης διαφορετικής και πιο ενεργούς πολιτικής απέναντι στο Μεταναστευτικό, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.

Για αυτό τον λόγο, η Ελληνική Κυβέρνηση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάδειξη της διεθνούς διαστάσεως του προσφυγικού – μεταναστευτικού, πιέζοντας από την πρώτη ημέρα για δικαιότερη κατανομή των βαρών μεταξύ των μελών της Ε.Ε.

Το θέμα τέθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τόσο στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, όσο και στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε., αλλά τίθεται και σε κάθε διμερή ή πολυμερή συνάντηση. Το ζήτημα είναι ότι πέραν μιας οικονομικής βοήθειας, οι Ευρωπαίοι εταίροι παρουσιάζουν μια διστακτικότητα και απροθυμία…

Άρα μοιραία το βάρος πέφτει στην Ελλάδα και στην διαχείριση του μεταναστευτικού στο εσωτερικό της Χώρας. Τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παρέδωσε ένα ανοργάνωτο σύστημα: από τις 26 Δομές της ενδοχώρας, οι 23 δεν είχαν Διοίκηση. Επί 4 χρόνια επαναπροωθήθηκαν στην Τουρκία μόλις 1.800 άτομα, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα απορροφήθηκε μόλις το 22% των κοινοτικών πόρων. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης Απάτης (OLAF) εγκαταστάθηκε στην Χώρα μας, ερευνώντας την κακοδιαχείριση 1,4 δις Ευρώ, τα οποία «εξαερώθηκαν» σε παράτυπες συμβάσεις, ενώ προβληματίζει ο τεράστιος αριθμός των 67.000 αιτήσεων ασύλου και οι 14.000 προσφυγές που εκκρεμούν…

Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, από την πρώτη στιγμή, αντιλαμβανόμενη την κρισιμότητα του ζητήματος, προχώρησε σε μία σειρά παρεμβάσεων για την αποτελεσματικότερη διαχείριση του μεταναστευτικού με πρώτη την καλύτερη φύλαξη των συνόρων και την αποκλιμάκωση της κατάστασης στα νησιά του Αιγαίου.

 Ήδη η απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων αυξήθηκε στο 35%, ενώ για πρώτη φορά κατατέθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στρατηγικό σχέδιο για την περίοδο 2019-2020 το οποίο και εγκρίθηκε, ενώ έως τέλος Νοεμβρίου υπολογίζεται να μεταφερθούν 20.000 πρόσφυγες – μετανάστες στην ενδοχώρα.

Ο νέος νόμος περί Διεθνούς Προστασίας, καθιερώνει ένα αυστηρότερο και συμπαγές σύστημα ασύλου. Μεταξύ άλλων προβλέπονται γρηγορότερες διαδικασίες εξέτασης αιτήσεων ασύλου και επιστροφής των αιτούντων. Προβλέπονται αυξημένες εγγυήσεις στην υποδοχή, διασφαλίζονται τα δικαιώματα των αιτούντων ασύλου ωστόσο, προβλέπονται και κυρώσεις για την μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους.

Υπολογίζεται πως οι επαναπροωθήσεις μέσα στο 2020 θα φτάσουν τις 10.000, ενώ καταρτίζεται επιτέλους κατάλογος «ασφαλών τρίτων χωρών» και «ασφαλών χωρών καταγωγής».

Συμπερασματικά, η νέα Κυβέρνηση αντιμετωπίζει το μεταναστευτικό ζήτημα με υπευθυνότητα, ακολουθώντας ένα στρατηγικό σχέδιο. Χρησιμοποιεί όλα τα διαθέσιμα νόμιμα εργαλεία σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, σεβόμενη πάντα τα ανθρώπινα δικαιώματα των αιτούντων αλλά και τις αντοχές των τοπικών κοινωνιών.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ» στις  3/11/2019.