Μεταναστευτικό ζήτημα και Κέρκυρα

Η μετανάστευση, αν και αποτέλεσε πολύ παλιό κοινωνικό φαινόμενο, έλαβε κατά τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερη και βαρύνουσα σημασία, καθώς αλλοίωσε τις ισορροπίες κυρίως της Ευρώπης, η οποία στηρίχθηκε στο ομοιογενές Εθνικό κράτος. Η συνεχής διεθνοποίηση και αλληλεξάρτηση του 20ου αιώνα, η οποία προέκυψε και από την κατάρρευση των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης και αποκαλείται με μία λέξη «παγκοσμιοποίηση», έθεσε σε αμφιβολία τις αρχές περί Εθνικού κράτους και έδωσε το έναυσμα για χάραξη πολιτικών για τη μετανάστευση, καθώς τα κύματα ανθρώπων από διάφορες περιοχές του πλανήτη διαδέχονταν το ένα το άλλο.
Τα αίτια των μεταναστεύσεων είναι οικονομικά, πολιτικά, πολιτιστικά, φυλετικά κ.α. Ως αποτέλεσμα αυτών των παραγόντων οι πιο ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης, ιδίως αυτές του Βορρά, απέκτησαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μεταναστευτικές μειονότητες, που έφταναν μέχρι και το 10% του εθνικού πληθυσμού, με τη Γερμανία, τη Βρετανία, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες να αποτελούν τις πρώτες χώρες που μετατράπηκαν σε χώρες υποδοχής. Αυτές οι χώρες παρά τα προβλήματά τους μετά τις καταστροφές που υπέστησαν από τις πολεμικές συρράξεις, κατόρθωσαν να αναπτύξουν μεταναστευτική πολιτική, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη τους.
Η Ελλάδα, χώρα κατ’ εξοχήν αποστολής μεταναστών στο παρελθόν, απέκτησε, στη δεκαετία του 1990, ένα σημαντικό αριθμό μεταναστών (νόμιμων και μη) που υπολογίζεται περίπου στο 10% του πληθυσμού της, αν και ο αριθμός των νομιμοποιημένων μεταναστών δεν ξεπερνά τους 400.000. Σήμερα, και μετά από την εμπειρία της δεκαετίας του 1990, διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα κινήθηκε χωρίς σχέδιο για τη μετανάστευση (άγονες προσπάθειες νομιμοποίησης μεταναστών, μικρή συμβολή στη σύλληψη των σύγχρονων δουλεμπόρων, καμία στρατηγική σύνδεσης της μετανάστευσης με τις πραγματικές ανάγκες της Ελλάδας, κλπ).
Μία πολιτική για τη μετανάστευση στην Ελλάδα θα πρέπει να κινείται με γνώμονα τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, να δημιουργεί δηλαδή εκείνους τους μηχανισμούς που θα επιτρέπουν τη διοχέτευση της μετανάστευσης εκεί που υπάρχουν πραγματικές ανάγκες εργατικού δυναμικού που δεν μπορούν να καλυφθούν από τους Έλληνες εργαζόμενους και παράλληλα θα αποθαρρύνουν τη μετανάστευση, όταν ο αλλοδαπός δεν έχει προοπτικές εξεύρεσης νόμιμης εργασίας ή η απασχόλησή του θα γίνει εις βάρος της απασχόλησης ενός ημεδαπού. Αντί αυτού η κυβέρνηση Παπανδρέου με τον απαράδεκτο νόμο «Ραγκούση» περί Ιθαγένειας, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου και επιδείνωσε πολύ περισσότερο το πρόβλημα.
Μία από τις πιο σημαντικές συνέπειες της μετανάστευσης είναι η επίπτωση στην ανεργία και στις αμοιβές των γηγενών εργαζομένων. Σύμφωνα με μελέτες που έχουν διενεργηθεί, για κάθε πέντε μετανάστες που εισέρχονται στην αγορά εργασίας της χώρας μας, και στην περίπτωσή μας στην Κέρκυρα και τους Παξούς, χάνουν τη δουλειά τους δύο Έλληνες πολίτες. Τα αγροτικά νοικοκυριά στα νησιά μας φαίνεται να κερδίζουν από την παράνομη μετανάστευση, ανεξαρτήτως του επιπέδου του εισοδήματός τους. Αντίθετα τα αστικά νοικοκυριά με επικεφαλής ανειδίκευτο εργάτη, παρουσιάζουν μείωση στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά τους. Ουσιαστικά πλήττεται το 30% των κερκυραϊκών νοικοκυριών, δηλαδή το ένα τρίτο περίπου του συνολικού πληθυσμού των νησιών μας. Υπάρχουν, λοιπόν, στοιχεία που κάνουν λόγο για σημαντική επίπτωση της μετανάστευσης στην ανεργία και στις αμοιβές σε ορισμένους κλάδους απασχόλησης στη χώρα μας.
Βασική πρόταση αποτελεί η θεσμοθέτηση και εφαρμογή μιας νέας Κοινής Μεταναστευτικής Πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με βασικό στοιχείο την αναθεώρηση του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ» για την χορήγηση ασύλου, καθώς μεταθέτει το βάρος εξέτασης των σχετικών αιτημάτων, αποκλειστικά στις χώρες, οι οποίες βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βεβαίως, προϋπόθεση για την ομαλή μετάβαση του Ελληνικού κράτους στη φάση της ενιαίας διαχείρισης του μεταναστευτικού φαινομένου, αποτελεί πρωτίστως η κατάργηση του νόμου «Ραγκούση» για την Ιθαγένεια, ο αυστηρότερος έλεγχος των Συνόρων, η αποθάρρυνση και απομάκρυνση των παράνομων μεταναστών, η αναθεώρηση και ενίσχυση ορισμένων κοινωνικών και οικονομικών στόχων όπως η απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών, η χρήση των νέων τεχνολογιών, η ενημέρωση Ελλήνων και αλλοδαπών όσον αφορά στη νομοθεσία για τους μετανάστες, η καθιέρωση εισαγωγικών προγραμμάτων για νεοαφιχθέντες μετανάστες, η αξιοποίηση της εμπειρίας και των προσόντων που έχουν ήδη αποκτήσει οι μετανάστες στο εξωτερικό της Ένωσης, κλπ.
Ξεκινώντας από τις πρακτικές αυτές προτάσεις, θα μπορέσουμε να ομιλούμε επιτέλους για την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής μεταναστευτικής πολιτικής, που θα συμβάλλει στην τοπική ανάπτυξη και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων.