Ομιλία Στ. Γκίκα για την Αναθεώρηση του Συντάγματος

Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής πραγματοποίησε ο Βουλευτής Κέρκυρας της Νέας Δημοκρατίας, Στέφανος Γκίκας, στο πλαίσιο της εξαήμερης συζήτησης για την Αναθεώρηση του Συντάγματος.

Ο κ. Γκίκας υπογράμμισε ότι πρόκειται για μία κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία, ενώ αποτελεί τιμή για κάθε Βουλευτή η συμμετοχή σε αυτήν.

Σημείωσε, πως η παρούσα Αναθεωρητική Βουλή φέρει την ευθύνη για την σωστή διατύπωση των αναθεωρητέων διατάξεων. Ωστόσο, φέρει ακέραιη ευθύνη και η Προτείνουσα Βουλή, η οποία «δεν άδραξε την ευκαιρία για μία γενναία Αναθεώρηση του Συντάγματος, προσαρμοσμένη στο σύγχρονο περιβάλλον, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.» Είπε χαρακτηριστικά, ότι χάθηκε μία σημαντική ευκαιρία, με αποκλειστικά υπεύθυνους τον ΣΥΡΙΖΑ και τον κ. Τσίπρα.

Ο Βουλευτής αναφέρθηκε στο αναθεωρητέο άρθρο 32 παρ. 4, το οποίο αναφέρεται στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Επισήμανε ότι το Σύνταγμα επιβάλλει μία συναινετική διαδικασία με στόχο την εκλογή ενός προσώπου με το μεγαλύτερο δυνατό κύρος, το οποίο γίνεται αποδεκτό από την ευρύτερη δυνατή πλειοψηφία της Βουλής. Ωστόσο, η ιστορία μας διδάσκει ότι η συναίνεση δεν εδραιώθηκε, αφού, σύμφωνα με τον κ. Γκίκα, η πρόβλεψη του Συντάγματος για την πρόωρη διάλυση της Βουλής, σε περίπτωση αδυναμίας ανάδειξης Προέδρου της Δημοκρατίας, «εργαλειοποιήθηκε» για την επίτευξη κομματικών στόχων και στρατηγικών.

Υπενθύμισε ότι στις εννέα εκλογές Προέδρων της Δημοκρατίας, μόνον σε τρεις υπήρξε συναίνεση, ενώ το 2009 και το 2014 η Αξιωματική Αντιπολίτευση είχε ανακοινώσει πολύ νωρίτερα την πρόθεσή της να καταψηφίσει την κυβερνητική πρόταση. Αποτέλεσμα ήταν η παράλυση της Χώρας, η διάλυση της Βουλής και η διεξαγωγή πρόωρων εκλογών. Το 2014 κατά αυτό τον τρόπο «έπεσε» η Κυβέρνηση Σαμαρά και ακολούθησαν «το 3ο αχρείαστο Μνημόνιο, ο ορυμαγδός των φόρων και των μέτρων κλπ.»

Ο κ. Γκίκας εξήγησε ότι οι προτάσεις της Αντιπολίτευσης κινούνται στην λογική της εκλογής του Προέδρου από τον λαό ή την επανάληψη των ψηφοφοριών έως ότου επιτευχθεί η εκλογή του, ενώ η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ «παντρεύει» και τις δύο αυτές λογικές. Εξήγησε, πως οι συγκεκριμένες προτάσεις υποβαθμίζουν τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας και παράλληλα δεν σέβονται το πνεύμα του Συντάγματος. Επιπλέον, ένας μεγάλος αριθμός ψηφοφοριών «δεν μπορεί να αποτελεί λύση. Επιμηκύνει την διαδικασία, τροφοδοτεί την αβεβαιότητα και μπορεί να αποτελέσει αιτία πολιτικής κρίσης.» Όπως σημείωσε, η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό αντιτίθεται με το άρθρο 30 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει πως η Βουλή εκλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1 του Συντάγματος, το Πολίτευμα της Χώρας είναι η Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Συνεπώς, «προσφεύγοντας απευθείας στην λαϊκή ετυμηγορία, οι δύο θεσμοί εξισώνονται, πράγμα που προκαλεί σύγχυση».

Ο κ. Γκίκας εξήγησε ότι με την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας η Βουλή διατηρεί την αρμοδιότητα για την εκλογή του Προέδρου της Βουλής, όπου σε περίπτωση που οι πρώτες τρεις ψηφοφορίες αποβούν άκαρπες, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που πλειοψήφησαν. Εκλέγεται ο υποψήφιος που συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία.  Ο Βουλευτής εκτίμησε, ότι μία Κυβέρνηση που έχει την δεδηλωμένη των 151 εδρών, έχει και την δυνατότητα να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Συνεπώς, η πιθανότητα να χρειαστεί η διεξαγωγή νέας ψηφοφορίας, όπου θα απαιτείται η σχετική ψηφοφορία, είναι εξαιρετικά μικρή.

Ο κ. Γκίκας αναφέρθηκε επιπλέον στο άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος, για το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ πρότεινε μία προσθήκη που προβλέπει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επικύρωση Συμφωνιών ή Συμβάσεων που προβλέπουν την μεταβίβαση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων.

Ο Βουλευτής ανέλυσε, ότι το Σύνταγμά μας επιβάλλει ένα αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο προβλέπει την διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Στις εκλογές οι πολίτες εκλέγουν τους Βουλευτές, οι οποίοι ψηφίζουν, ομιλούν και πράττουν ως εντολοδόχοι, κατά συνέπεια οι Βουλευτές μπορούν να επικυρώνουν και τις διεθνείς Συμφωνίες και Συμβάσεις. 

Ο κ. Γκίκας ανέδειξε επιπροσθέτως την πρακτική και πολιτική παράμετρο, εξηγώντας ότι οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και οι διεθνείς κανονισμοί χειρίζονται πολύ ευαίσθητα και περίπλοκα θέματα, τα οποία η κοινή γνώμη δεν μπορεί να γνωρίζει. «Καλούμαστε να κυρώσουμε διεθνείς Συμφωνίες, που αν θέταμε στην κρίση του λαού, πιθανώς, για διάφορους λόγους, να είχε αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκουμε.» Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει ζημία στην Χώρα και για αυτό συμπέρανε πως ορθώς το συγκεκριμένο άρθρο δεν αναθεωρείται. 

Δείτε το βίντεο της ομιλίας: