H «εξαφάνιση» του Αεροπορικού Στρατηγείου, CAOC 7, της Λάρισας. Aλήθειες και ψέματα…

Όπως ήδη αναμενόταν, το ΝΑΤΟ ανέλαβε τελικά το σύνολο των επιχειρήσεων στη Λιβύη, για την εφαρμογή της απόφασης 1973 του Σ.Α. του ΟΗΕ. Ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις από πολλές συμμαχικές και μη χώρες συγκεντρώνονται στο ευρύ θέατρο επιχειρήσεων, που περιλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της κεντρικής και της ανατολικής Μεσογείου, των παρακτίων χωρών συμπεριλαμβανομένων.

Εδώ και λίγες μέρες το «βάρος» των επιχειρήσεων έχουν αναλάβει τέσσερα νατοϊκά Στρατηγεία, τρία στην Ιταλία και ένα στη Τουρκία. Την συνολική ευθύνη έχει το Μικτό Στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Νάπολη της Ιταλίας (JFC HQ). Τον επιχειρησιακό έλεγχο των ναυτικών επιχειρήσεων, το Ναυτικό Υποστρατηγείο (CC-MAR HQ) που βρίσκεται επίσης στη Νάπολη, με τον τακτικό έλεγχο να δίνεται σε Διοικητή εν πλω. Τέλος, τον επιχειρησιακό έλεγχο των αεροπορικών επιχειρήσεων ανέλαβε το Αεροπορικό Υποστρατηγείο της Σμύρνης (CC-Air HQ Izmir), με τον τακτικό έλεγχο να αναλαμβάνεται από το Συνδυασμένο Κέντρο Αεροπορικών Επιχειρήσεων CAOC 5, που βρίσκεται στο Porto Renatico της Ιταλίας.

Κάθε σκεπτόμενος Έλληνας πολίτης, εύλογα θα αναρωτιόταν, γιατί απουσιάζει η Ελλάδα, αφού και εγγύτερα στη περιοχή των επιχειρήσεων βρίσκεται, και διαθέτει ένα υπερσύγχρονο CAOC, το CAOC 7 της Λάρισας, που κόστισε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, και θα μπορούσε να αναλάβει αυτό, τον τακτικό έλεγχο των αεροπορικών επιχειρήσεων.

Η απάντηση ήλθε από τον ίδιο τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, ο οποίος σε δηλώσεις του, ταύτισε ουσιαστικά την πιθανή αξιοποίηση του CAOC 7 της Λάρισας, με ανάληψη «επιθετικού» ρόλου στην επιχείρηση, κάτι που όπως λέει, είναι έξω από το πνεύμα της σχετικής απόφασης του ΚΥΣΕΑ η οποία αναφέρεται μόνο σε «υποστηρικτικό» ρόλο. Στην «υποστήριξη» εντάσσει μάλιστα και την αποστολή αριθμού Ελλήνων Αξιωματικών από το CAOC της Λάρισας προς ενίσχυση του Ιταλικού CAOC, όπως ο ίδιος αποκάλυψε.

Το επιχείρημα αυτό εύκολα αντιστρέφεται, αν σκεφτεί κανείς ότι και η παραχώρηση των αεροπορικών μας βάσεων, από όπου συμμαχικά μαχητικά ανεφοδιάζονται και εξορμούν για να βομβαρδίσουν στόχους στη Λιβύη, μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως συνεισφορά «επιθετικής» υφής.

Είναι γεγονός, ότι η απόφαση της κυβέρνησης να μην ασχοληθεί καν με την διεκδίκηση ρόλου για το CAOC 7, υποβαθμίζει τις δυνατότητες της χώρας, καθώς και το ρόλο της εντός της Συμμαχίας, και μάλιστα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο η συζήτηση για τη νέα Δομή Διοίκησης του ΝΑΤΟ. Μια νέα Δομή που περιορίζει δραστικά τα Στρατηγεία, και που ο αγώνας των χωρών να διατηρήσουν κάποια από αυτά στο έδαφός τους, είναι διαρκής και σκληρός.

Με την «απεμπόληση» λοιπόν του δικαιώματός μας, να αξιοποιηθεί δηλαδή στην σημαντική αυτή νατοϊκή επιχείρηση το «δικό μας» CAOC, και μάλιστα όταν το Αεροπορικό Στρατηγείο της Σμύρνης «κάνει όλο το αεροπορικό παιγνίδι», ουσιαστικά είναι σαν να δηλώνουμε, ότι δεν μας ενδιαφέρει πλέον η διατήρηση νατοϊκών δομών στην Ελληνική επικράτεια, στο πλαίσιο της νέας Δομής. Το επιβεβαίωσε άλλωστε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο ίδιος ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, μιλώντας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής.

Είναι δύσκολο να κατανοήσουμε – όπως αναφέρουν κυβερνητικές πηγές – ότι η ενέργεια αυτή απορρέει από την υλοποίηση συγκεκριμένης στρατηγικής, που εφαρμόζεται στη διαπραγμάτευση για τη νέα Δομή Διοίκησης του ΝΑΤΟ, η οποία κατ’ αυτές, θα αποφέρει εθνικά οφέλη. Δύσκολο, γιατί σε μια διαπραγμάτευση, πρώτον ζητάς περισσότερα και δεύτερον, επαινείς τις δικές σου δομές, σε μία προσπάθεια να τις διατηρήσεις. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο καλύτερος έπαινος για το CAOC 7, θα ήταν ο επιτυχής συντονισμός των αεροπορικών επιχειρήσεων.

Είναι δύσκολο επίσης να αντιληφθούμε, γιατί σε μια περίοδο που κλυδωνίζεται το κύρος της χώρας λόγω της οικονομικής κρίσης, δεν διεκδικήσαμε το αυτονόητο – και μάλιστα όταν οι επιχειρήσεις διεξάγονται στο γεωστρατηγικό περιβάλλον αμέσου ενδιαφέροντός μας – και που μέσα από την επιτυχή και αποτελεσματική συμμετοχή του CAOC 7, θα είχαμε τουλάχιστον κερδίσει την αναγνώριση και θα ισχυροποιούσαμε τη θέση μας διεθνώς.

Πολλά τα ερωτήματα, αλλά δυστυχώς φτωχές οι απαντήσεις. Τα ανοικτά μέτωπα στα Εθνικά θέματα αυξάνονται μέρα με τη μέρα και η κυβέρνηση απλά παρακολουθεί. Δεν τολμά, δεν εμπνέει, απλά σύρεται από τις εξελίξεις. Μετά από 18 μήνες παλινωδιών και «μυστικής διπλωματίας» που δεν απέφερε τίποτε, είναι καιρός να αλλάξει ρότα το καράβι πριν πέσει στα βράχια…