Αρθρα

Απαραίτητη η ελάφρυνση των Ελληνικών νοικοκυριών από τις τράπεζες

Με την εγκύκλιο 1635/21.10.2005 η Τράπεζα της Ελλάδος καθόρισε το ύψος της δόσης ενός υπό έγκριση δανείου στο 40% του μηνιαίου εισοδήματος του δανειολήπτη, ώστε αυτό να εξυπηρετείται απρόσκοπτα. Μάλιστα, στην ενημέρωσή του, στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής για την Οικονομική και Νομισματική Έκθεση 2005-2006, ο τότε Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Νίκος Γκαργκάνας, εκτίμησε ότι τα επιτόκια θα αυξανόταν και συνέστησε προσοχή τόσο στις τράπεζες όσο και στους δανειολήπτες, τονίζοντας ότι η δόση του δανείου που καταβάλλουν δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 30%-40% του εισοδήματός τους. Σε περίπτωση που ξεπερνούσε το ποσοστό αυτό, θεωρούταν ότι ο δανειζόμενος είχε εκτεθεί σε υπερδανεισμό. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επετράπη η πρόσβαση σε όλες τις τράπεζες μέσω του Τειρεσία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ο υποψήφιος δανειολήπτης είχε και άλλα δάνεια. .
Σήμερα αυτή η αναλογία, μηνιαίας δόσης προς εισόδημα, έχει ανατραπεί εξ’ ολοκλήρου εξαιτίας των μειώσεων που έγιναν σταδιακά στους μισθούς και στις συντάξεις, αλλά και σε άλλες πηγές εισοδημάτων όπως τα ενοίκια. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μισθοί στο δημόσιο, έχουν ήδη πέσει μεσοσταθμικά κατά 30% και στον ιδιωτικό τομέα ψηφίσθηκε η μείωση στον βασικό μισθό κατά 22%. Αντίστοιχες είναι οι μειώσεις και στα ενοίκια προς δημόσιους φορείς, αφού έχει ήδη επιβληθεί μείωση 20% αλλά και στην αγορά, όπου έχουν καταγραφεί μειώσεις που ξεπερνούν το 30%. Εισοδήματα που προέρχονται από εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα είναι επίσης γνωστό ότι έχουν πληγεί βάναυσα, λόγω των μέτρων της Τρόικας και της παρατεταμένης ύφεσης, ενώ τα εισοδήματα που βασίζονται σε χρηματιστηριακές αποδόσεις, έχουν όχι απλώς συρρικνωθεί, αλλά οι επενδύσεις αυτές θεωρούνται ζημιογόνες.
Η αγορά έχει γεμίσει από «λουκέτα» σε επιχειρήσεις εξαιτίας των ασφυκτικών φορολογικών επιβαρύνσεων (περαιώσεις, τέλος επιτηδεύματος, έκτακτη εισφορά, μείωση του αφορολόγητου, ειδικό τέλος στα ηλεκτροδοτούμενα, επερχόμενοι φόροι στην περιουσία, κλπ), αλλά και της μείωσης της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών.

Συνεπώς με τους ρυθμούς που κινείται σήμερα η εθνική μας οικονομία, είναι αναπόφευκτη η αδυναμία όλο και περισσότερων νοικοκυριών να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις με αποτέλεσμα την παύση πληρωμών. Η τάση αυτή εμφανίζεται τόσο στην αθέτηση τακτοποίησης των φορολογικών υποχρεώσεων όσο και στην αθέτηση καταβολής των δόσεων των δανείων, είτε αυτά είναι στεγαστικά, είτε είναι καταναλωτικά, είτε πρόκειται για πιστωτικές κάρτες.
Βεβαίως, ο κυριότερος λόγος της αθέτησης, είναι η αυτονόητη προτεραιότητα των νοικοκυριών, να καλύψουν τις βασικές ανάγκες διαβίωσης. Ατυχώς η μείωση των εισοδημάτων με την παράλληλη αύξηση του κόστους διαβίωσης τουλάχιστον κατά 10%, η πρόσθετη άμεσα εισπραττόμενη φορολογική επιβάρυνση (ΦΠΑ, φόροι κατανάλωσης) και ταυτόχρονα η απόσυρση ενός σημαντικού μέρους του κοινωνικού κράτους που όμως το επωμίζεται ο πολίτης – βλέπε κατάργηση ΟΕΚ, αύξηση εισφορών, κλπ – έχουν ως αποτέλεσμα τη δραματική μείωση του μηνιαίου εισοδήματος νοικοκυριών και φυσικών προσώπων που αγγίζει ή και ξεπερνά το 40%.

Όπως ο κάθε πολίτης αντιλαμβάνεται, η επιστροφή της οικονομίας στα επίπεδα του 2009, είναι υπόθεση τουλάχιστον οκταετίας και επειδή την τριετία 2012 -15, οι κλυδωνισμοί στους προσωπικούς προϋπολογισμούς αλλά και στους οικογενειακούς προγραμματισμούς θα είναι σημαντικοί και επειδή δεν προσφέρει τίποτα η εγγραφή ζημιών στις τράπεζες, αλλά ούτε θα αποδώσουν τα αναμενόμενα και οι κατασχέσεις, πρέπει να υιοθετηθεί μία διαδικασία που να λαμβάνει υπόψη την παρούσα πραγματικότητα και να ρυθμίζει το θέμα προς όφελος αμφοτέρων των εμπλεκομένων, δηλαδή τραπεζών και πολιτών.
Δεδομένου ότι η αξία της ιδιοκτησίας έχει πέσει περισσότερο από 20% και επειδή όπως αναφέρθηκε οι συνολικές απώλειες εισοδημάτων ξεπερνούν το 40%, εκτιμάται ότι είναι απαραίτητο να γίνει μία υποχρεωτική διόρθωση, με διαγραφή του χρέους των νοικοκυριών και των φυσικών προσώπων, τουλάχιστον στο μέσο όρο των ποσοστών αυτών, δηλαδή κατά 30%.
Αν και από πρώτη άποψη, το μέτρο φαίνεται ότι θα επιφέρει σημαντικές ζημίες στις τράπεζες, εν τούτοις, θα επαναφέρει την αγοραστική δύναμη των περισσοτέρων νοικοκυριών στα επίπεδα περίπου του 2010. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την επανεκκίνηση της αγοράς αλλά και την σημαντική βελτίωση των οικονομικών των φυσικών προσώπων. Είναι αναμενόμενο τότε να προχωρήσουν σε ρύθμιση για τακτοποίηση των φορολογικών εκκρεμοτήτων, αλλά και να αρχίσουν να εξοφλούν διάφορα άλλα τραπεζικά χρέη. Με τη σειρά του, το μέτρο θα συνεισφέρει, με αργό αλλά σταθερό ρυθμό, στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και στην εγκαθίδρυση μίας νέας κανονικότητας στις σχέσεις μεταξύ δανειζομένων και δανειστών. Η νέα αυτή πραγματικότητα θα στηρίζεται στην κατανόηση των οικονομικών μηχανισμών με βάση την πρόσφατη εμπειρία, αλλά και στην υιοθέτηση χαμηλότερου ποσοστού που θα αφορά την αναλογία δόσης δανείου προς εισόδημα, που δεν θα υπερβαίνει το 30%.
Από την άλλη πλευρά, αν δεν υπάρξει διαγραφή χρέους, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα προκύψει εκρηκτικό πρόβλημα στην εξυπηρέτηση των δανείων και οι συνθήκες που θα δημιουργηθούν δεν θα επιτρέψουν την εξόφληση των δανείων μέσω κατασχέσεων. Ενώ χιλιάδες πολίτες θα προσφύγουν στα δικαστήρια για διαγραφή χρεών και θα δικαιωθούν. Ήδη για δεύτερη χρονιά έχει επιβληθεί αναστολή πλειστηριασμών για την κύρια κατοικία και έχουν εκδοθεί αποφάσεις δικαστηρίων που όρισαν τεράστια ποσοστά διαγραφής χρέους. Το πρόβλημα θα ενταθεί, και εκ των πραγμάτων οι τράπεζες θα προχωρήσουν σε «λογιστικές» κατασχέσεις, και αργότερα σε μία υποχρεωτική διαγραφή του συνόλου των χρεών με ταυτόχρονη κρατικοποίησή τους.
Εν κατακλείδι, είναι προς όφελος όλων, πολιτών και τραπεζών, να υιοθετηθεί η διαγραφή του 30% των χρεών των πολιτών και αποτελεί πια αδήριτο ανάγκη, η νέα κυβέρνηση που θα εκλεγεί σε λίγες εβδομάδες, να εξετάσει σοβαρά προτάσεις και να αναλάβει νομοθετικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσης των νοικοκυριών από τη «μέγγενη» των τραπεζών.