Αποσπάσματα ομιλίας του Στέφανου Γκίκα στο 1ο Συνέδριο DefenseWorld του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου

Αποσπάσματα από την ομιλία του Αναπληρωτή Υπεύθυνου του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Εθνικής Άμυνας κ. Στέφανου Γκίκα, στο 1ο Συνέδριο DefenseWorld με θέμα: «Αμυντικοί Εξοπλισμοί και Επιχειρηματική Ανάπτυξη», που διοργάνωσε το Ελληνο-Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο, την Δευτέρα 24-10-11, στο ξενοδοχείο Ledra Marriott.
«Μέσα στο σημερινό εξαιρετικά δυσμενές περιβάλλον, που απειλείται ευθέως η κοινωνική συνοχή, η χώρα μας οφείλει και πρέπει να διατηρεί σε υψηλά επίπεδα την αξιοπιστία, την ετοιμότητα, την επιχειρησιακή επάρκεια και το αξιόμαχο του Στρατεύματος.
Οι απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα μας όχι μόνον δεν εξέλειπαν, αλλά αντιθέτως αυξήθηκαν, με την κυρία εξ ανατολών απειλή, να ενισχύεται παντοιοτρόπως, να έχει αρθεί πια στο επίπεδο της Περιφερειακής Δύναμης, να έχει διευρύνει τις διεκδικήσεις της εις βάρος της χώρας μας, και να απειλεί ευθέως Ελλάδα και Κύπρο για τα ενεργειακά κοιτάσματα στην Αν. Μεσόγειο.
Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, η Ελλάδα πρέπει να αντιτάξει μία σταθερή πολιτική αποτροπής, με άξονα την απαίτηση σεβασμού από όλους, των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και έχοντας ως πυλώνα μια ισχυρή δύναμη αποτροπής.

Θα αναφερθώ στα νέα δεδομένα στους εξοπλισμούς, όπως διαμορφώνονται σήμερα:
Πρώτον, η Ελλάδα αποτελεί το κατ’ εξοχήν κράτος αποδέκτη αμυντικού υλικού αφού το σύνολο σχεδόν του αμυντικού της εξοπλισμού είναι εισαγόμενο. Επί πλέον είναι το μόνο κράτος που παρά την υπαρκτή στρατιωτική απειλή, οι εγχώριες αμυντικές βιομηχανίες, δεν διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στις προμήθειες, με αποτέλεσμα να χάνονται πόροι, να μην υπάρχει συμμετοχή των Ελληνικών Αμυντικών Βιομηχανιών στην άκρως ανταγωνιστική διεθνή αγορά και τελικά να επέρχεται σταδιακός μαρασμός και απώλεια της υπάρχουσας τεχνογνωσίας.

Δεύτερον, υπάρχει εδραία η πεποίθηση στην Ελληνική κοινή γνώμη, ότι ο χώρος των εξοπλισμών, δεν χαρακτηρίζεται από την απαραίτητη διαφάνεια, ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις υπερκοστολογημένων προγραμμάτων, και ότι μέσω των εξοπλισμών, επήλθε παράνομος πλουτισμός κάποιων επιτήδειων ή και επίορκων υψηλόβαθμων κρατικών λειτουργών. Αυτή ακριβώς η κατάσταση έχει δημιουργήσει μία βαριά ατμόσφαιρα στον χώρο των Αμυντικών Προμηθειών που επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από την παρούσα οικονομική κρίση.
Τρίτον, η οικονομική κρίση, ως κρίση κατ’ εξοχήν δημοσιονομική, δεν μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε τους εξοπλισμούς όπως προ 10 – 15 χρόνων, όταν οι αμυντικές δαπάνες άγγιζαν – κακώς – το 5% του ΑΕΠ και πολλά εξοπλιστικά προγράμματα δεν είχαν απόλυτη τεκμηρίωση και αποδοχή. Η σημερινή κρίση, μας επιβάλλει να επιδιώκουμε πιο έξυπνες, χαμηλότερου κόστους επιλογές, με όσον το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής μας βιομηχανίας. Αρκεί βεβαίως να υπάρχει αμυντική βιομηχανία.
Τέταρτον, με την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 81/2009, στον νέο νόμο για τις Προμήθειες των Ενόπλων Δυνάμεων, το καθεστώς των εξοπλισμών, αλλάζει και αλλάζει δραματικά. Η Νέα Δημοκρατία θυμίζω, εξέφρασε τις αντιρρήσεις της, με βασικό επιχείρημα, ότι ο νέος νόμος, ουσιαστικά αποκλείει την εθνική αμυντική μας βιομηχανία από την εκτέλεση συμβάσεων και έργων. Και μάλιστα προτείναμε να προβλεφθεί, ότι ένα ποσοστό από τις υπεργολαβίες θα ανατίθεται στις εγχώριες αμυντικές βιομηχανίες και μέσα στο πλαίσιο της λεγόμενης «ασφάλειας εφοδιασμού» που εισάγει η Οδηγία 81.
Πέμπτον, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία, για να μπορεί να συναγωνιστεί τις βιομηχανίες άλλων χωρών, πρέπει να γίνει ανταγωνιστική. Πρέπει να επενδύσει στην έρευνα, στην τεχνολογία και στην καινοτομία. Πρέπει να δημιουργηθούν – αν θέλετε – «επώνυμα» Ελληνικά αμυντικά προϊόντα, σε ανταγωνιστικές τιμές που να μπορούν να διεκδικήσουν υπεργολαβίες μεγάλων προγραμμάτων και από ξένες χώρες. Ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουν οι αμυντικές μας βιομηχανίες, μέσα σε αυτό το αρνητικό περιβάλλον, είναι η εξωστρέφεια, η συμμετοχή τους δηλαδή σε ευρωπαϊκές και διεθνείς κοινοπραξίες, σε διεθνείς βιομηχανικές συμπαραγωγές και συμπράξεις. Η χώρα διαθέτει έμπειρο επιστημονικό και εργατικό προσωπικό, που και τεχνογνωσία διαθέτει, και σημαντικές δυνατότητες από πλευράς ειδικών υποδομών κατέχει. Θα πρέπει όμως η κυβέρνηση, να μην μένει αμέτοχη και άνευρη, αλλά να προβάλλει αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα στο εξωτερικό και να προωθεί ολοκληρωμένα προγράμματα βιομηχανικών συνεργασιών.

Από τα παραπάνω πέντε σημεία βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι τα δεδομένα στο τοπίο των εξοπλισμών, έχουν αλλάξει δραματικά. Τα «έξυπνα» προγράμματα χαμηλού κόστους και οι συμπαραγωγές-συμπράξεις, θα προκρίνονται πλέον, έναντι άλλων λύσεων, ενώ η απαξίωση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, θα αποτελέσει ολέθριο λάθος. Στο σημερινό περιβάλλον της χειμαζόμενης Ελληνικής οικονομίας δεν υπάρχουν περιθώρια για συνέχιση των ίδιων λανθασμένων πολιτικών.
θα κλείσω με την εξής παρατήρηση. Όλοι μιλάμε για «εξορθολογισμό των Αμυντικών Δαπανών», όλοι συμφωνούμε ότι αυτός είναι αναγκαίος. Αλλά επιτρέψτε μου να εκφράσω την βαθιά μας ανησυχία ότι με την περικοπή κατά 70% και πλέον, των εξοπλιστικών προγραμμάτων σε βάθος 15ετίας, σε συνδυασμό με την τεράστια μείωση των λειτουργικών δαπανών των Ε.Δ. κατά περίπου 41% σε σχέση με το 2009, δημιουργείται ένα νέο τοπίο στις Ένοπλες Δυνάμεις που θέλει, πέρα από κομματικές παρωπίδες, την ιδιαίτερη προσοχή όλων, γιατί αναμφίβολα εγκυμονεί κινδύνους.

Γιατί, εν τέλει, αυτό που έχει μεγίστη σημασία είναι το περιβάλλον που καλούμαστε να ανατάξουμε την οικονομία μας και να ανορθώσουμε την Πατρίδα μας, να είναι περιβάλλον ασφάλειας και σταθερότητας και αν κοιτάξουμε με προσοχή τον περίγυρό μας, θα συνειδητοποιήσουμε απολύτως, ότι αυτό εξασφαλίζεται μόνον διατηρώντας ισχυρές και αξιόμαχες Ένοπλες Δυνάμεις.»