Διάλογος με την Τουρκία: Ουτοπία ή Πραγματικότητα;

Η συνέντευξη τύπου που ακολούθησε της τελευταίας θεσμικής συνάντησης του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και της απερχόμενης Καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ είχε δύο ενδιαφέροντα σημεία:

Πρώτον, τρεις από τις τέσσερις ερωτήσεις που τέθηκαν από τους δημοσιογράφους αφορούσαν ή σχετίζονταν με τις ελληνοτουρκικές και τις ευρωτουρκικές σχέσεις.

Δεύτερον, η Καγκελάριος Μέρκελ διατήρησε μεν την πιο επιεική στάση της απέναντι στην Τουρκία, ήταν όμως και επικριτική. Σημείωσε ότι μεγάλο μέρος των ελληνοτουρκικών διαφορών είναι στην πραγματικότητα προβλήματα που αφορούν ολόκληρη την ΕΕ. Εστίασε επιπλέον στα «εξαιρετικά αποτελέσματα» της Ελλάδας όταν ασκήθηκε μεγάλη πίεση στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ τον Μάρτιο του 2020 και ο «Ερντογάν εκμεταλλεύτηκε ανθρώπους για να πετύχει πολιτικούς στόχους». 

Η Καγκελάριος έκανε λόγο για μία σχέση αλληλεξάρτησης της ΕΕ με την Τουρκία, καθώς η δεύτερη φιλοξενεί 3,5 εκατ. πρόσφυγες. Για αυτό τον λόγο εκτίμησε ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική από το διάλογο, προκειμένου να λυθούν τα υφιστάμενα προβλήματα.

Υπέρ του διαλόγου με την Τουρκία τάσσεται σε κάθε ευκαιρία και η Ελληνική Κυβέρνηση, γεγονός που τόσο ο Πρωθυπουργός, όσο και ο Υπουργός Εξωτερικών έχουν αποδείξει ότι το εννοούν. Αλλά φυσικά διάλογος επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου και μόνον αυτού. Είναι όμως η Τουρκία πρόθυμη να συζητήσει με την Ελλάδα και την ΕΕ; 

Παρατηρούμε ότι οι προκλήσεις στο πεδίο συνεχίζονται, με συχνές παραβιάσεις του Ελληνικού Εναέριου Χώρου και απουσία κάθε προσπάθειας παρεμπόδισης της παράνομης διακίνησης μεταναστών στο Αιγαίο. Παράλληλα, χρησιμοποιείται από την τουρκική πλευρά μία πολύ εμπρηστική ρητορική που συχνά παραποιεί τα γεγονότα. 

Σε συνέχεια της υπογραφής της Ελληνογαλλικής Συμφωνίας, το τουρκικό ΥΠΕΞ σημείωσε ότι «οι μαξιμαλιστικές αξιώσεις της Ελλάδας» είναι αντίθετες με το Διεθνές Δίκαιο, ενώ «αμφισβητούνται επίσης από τη διεθνή κοινότητα». Μάλιστα, ο Ταγίπ Ερντογάν, αναφερόμενος στον Εμμανουέλ Μακρόν, είχε κάνει λόγο για την «πιο ατυχή κυβέρνηση της Γαλλίας».

Η προ ολίγων εβδομάδων Διακήρυξη της Τριμερούς Συνόδου Κορυφής Ελλάδος, Κύπρου και Αιγύπτου χαρακτηρίστηκε ως «ακόμα μία εχθρική κίνηση της Ελλάδας», η οποία σύμφωνα με την Τουρκία, προκαλεί ένταση στην περιοχή μαζί με την Κύπρο. 

Δεν λείπουν και οι προσωπικές προσβολές, όπως του Μεβλούτ Τσαβούσογλου που σε πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε ότι ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών «συμπεριφέρεται σαν μικρό παιδί. Αν δεν κλαφτεί πέντε φορές την ημέρα και δεν παραπονεθεί για την Τουρκία, δεν μπορεί να σταματήσει…».

Αποκορύφωμα της τουρκικής αδιαλλαξίας και απαράδεκτης συμπεριφοράς, ήταν οι δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν, που αποκάλεσε ουσιαστικά «ψεύτη» τον Έλληνα Πρωθυπουργό για το Μεταναστευτικό, κατηγορώντας παράλληλα την Ελλάδα ότι «βυθίζει τα σκάφη των προσφύγων και τους καταδικάζει σε θάνατο». Αν είναι δυνατόν!

Οι απαξιωτικές και ενίοτε προσβλητικές τοποθετήσεις, που διαδέχονται η μια την άλλη, δείχνουν πως η Τουρκία δεν επιζητεί τον ειλικρινή διάλογο με την Ελλάδα και την ΕΕ, αλλά απεναντίας συνεχίζει να αυξάνει την ένταση. Συνεπώς, η γερμανική και ευρωπαϊκή επιμονή για διάλογο δεν οδηγεί κάπου. Ο διάλογος άλλωστε, είναι ένα χρήσιμο εργαλείο όταν υπάρχουν δύο πλευρές που θέλουν να συνομιλήσουν υπό σοβαρές προϋποθέσεις. Αυτές οι συνθήκες την παρούσα περίοδο δεν ικανοποιούνται από την Τουρκία.

Εύστοχα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρατήρησε ότι «συχνά, η δυτική ψυχραιμία ενθαρρύνει την τουρκική αυθαιρεσία». Και πραγματικά ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί αυτή η αυθαιρεσία, είναι να εφαρμοστούν οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που προβλέπουν την επιβολή σοβαρών Κυρώσεων στην Τουρκία, εφόσον εκείνη εξακολουθεί να αρνείται να σεβαστεί το Διεθνές Δίκαιο και συνεχίζει να «δυναμιτίζει» την ειρήνη και σταθερότητα στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο.

Επιτέλους θα πρέπει η Ευρώπη να δράσει συλλογικά και αποτελεσματικά. Ομονοούσα με τις ΗΠΑ, να απομονώσει τον «διεθνή ταραξία» και με όπλο τις Κυρώσεις να τον φέρει στο τραπέζι του διαλόγου τόσο για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών στην Αν. Μεσόγειο – σύμφωνα πάντα με το Διεθνές Δίκαιο – όσο και για το μεταναστευτικό. Η ΕΕ έχει τη δύναμη, έχει και τα μέσα, ας ελπίσουμε ότι θα επιδείξει και την ανάλογη πολιτική βούληση…

Άρθρο του Στέφανου Σωτ. Γκίκα
Δημοσιεύθηκε στο protothema.gr στις 18/11/2021