Η μετέωρη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ στον πολιτικό ρεαλισμό

Διανύσαμε το πρώτο μήνα μετά τις εθνικές εκλογές και πλέον αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται η πραγματική εικόνα, του τι ακριβώς επέφερε η αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ένας μήνας είναι ικανός πολιτικός χρόνος, ώστε να εξετάσουμε, νηφάλια και αντικειμενικά, τι άλλαξε, τι έμεινε στάσιμο και τι ενδεχομένως επιδεινώθηκε, τόσο για τους πολίτες όσο και για την ίδια τη χώρα.

Πρώτη διαπίστωση είναι, ότι φυσικά άλλαξαν τα πρόσωπα. Μαζί με αυτά, φύσηξε ομολογουμένως ένας διαφορετικός αέρας, ένας αέρας ελπίδας στους πολίτες. Κυρίως διότι, το προεκλογικό (και μάλλον παραπλανητικό) μήνυμα του ΣΥΡΙΖΑ, εμπεριείχε όντως μια αισιοδοξία, που – κατά κοινή ομολογία – αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά ανθρώπινα συναισθήματα και δύσκολα το αντιπαλεύεσαι. Υπήρξε μάλιστα τόσο ισχυρό, που ακόμη και σοβαρά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ παρασύρθηκαν, για να προσγειωθούν σχετικά απότομα σε μία εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Την πραγματικότητα της ευθύνης της διακυβέρνησης μιας χώρας, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Δεύτερη διαπίστωση είναι, ότι σήμερα πια, ένα βασικό τμήμα των προγραμματικών δηλώσεων του ΣΥΡΙΖΑ ανεστάλη επ΄ αόριστον. Και αυτό διότι, η συμφωνία που επιτεύχθηκε στο πρόσφατο Εurogroup είχε το τίμημα της, αφού – μεταξύ άλλων – ο ΣΥΡΙΖΑ δεσμεύτηκε αμετάκλητα να μην προβεί σε μονομερείς ενέργειες. Επίσης, πολλές βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ, με άξονα το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, τίθενται στο συρτάρι.

Τρίτη διαπίστωση, είναι ότι πολλά κυβερνητικά στελέχη αυτή τη στιγμή αναγκάζονται να αντιπολιτευτούν την ίδια τους την Κυβέρνηση. Αφού, πρώτοι και καλύτεροι, αντιλαμβάνονται, ότι βαφτίζοντας τη Τρόικα ως Θεσμούς, το μνημόνιο ως Συμφωνία, τα μέτρα λιτότητας σε μεταρρυθμίσεις και τους Δανειστές σε Εταίρους, απλά εμπαίζεις την νοημοσύνη των πολιτών, αφού στη ουσία πολύ λίγα αλλάζεις. Ήδη οι πρώτες φωνές αντίδρασης υψώνονται. Ιστορικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, με πρώτο τον Μανώλη Γλέζο, διατυπώνουν μια σειρά σοβαρών ενστάσεων για τη συμφωνία που επιτεύχθηκε στις Βρυξέλλες και που στο Μαξίμου τη βαφτίζουν απόλυτη επιτυχία. Πρόκειται για τα ίδια στελέχη που πριν από 2 μήνες δήλωναν στις τηλεοπτικές τους εμφανίσεις, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα ακυρώσει το μνημόνιο (σκίζοντας το στο προαύλιο της Βουλής), θα διαγράψει το μεγαλύτερο μέρος του χρέους και σίγουρα θα καταργήσει τους εφαρμοστικούς νόμους με το πρώτο νομοσχέδιο, που θα φέρει στη Βουλή.

Τέταρτη διαπίστωση είναι ότι, η σημερινή Κυβέρνηση, μετά από ένα πολύ έντονο – αλλά τελικά ανούσιο – επικοινωνιακό παιχνίδι, τώρα καταλήγει να ζητάει ουσιαστικά ένα νέο μνημόνιο, που θα ονομάζεται βέβαια κάπως αλλιώς: συμφωνία ή συμφωνία-γέφυρα. Δυστυχώς λησμονούν στον ΣΥΡΙΖΑ, ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έκλεινε το κεφάλαιο μνημόνιο οριστικά στο τέλος Φεβρουαρίου, χωρίς να βάζει τη χώρα σε καινούριες περιπέτειες.

Πέμπτη διαπίστωση είναι ότι, ο κ. Τσίπρας αναγκάζεται να υποτάξει τη χώρα στην ίδια αυστηρή επιτήρηση από θεσμικά όργανα, που αντί για τρόικα, απλά βαφτίζονται «θεσμοί». Και πάλι όμως, ξεχνάνε, ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, κλείνοντας το μνημόνιο θα έμπαινε σε μία προληπτική γραμμή στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να υπάρχουν ελεγκτές και επιτήρηση.

Αυτές είναι οι πρώτες βασικές διαπιστώσεις, που για αρκετούς ομολογουμένως, είναι απογοητευτικές. Όμως ένα θετικό στοιχείο παραμένει: Με την στροφή στον πολιτικό ρεαλισμό του ΣΥΡΙΖΑ, η Ελλάδα εξακολουθεί να στέκεται όρθια και εντός Ε.Ε.. Όμως, η ώρα των επικοινωνιακών παιγνίων έφτασε στο τέλος της. Τώρα οφείλουν στον ΣΥΡΙΖΑ να ασχοληθούν με τη διακυβέρνηση. Λαμβάνοντας ουσιαστικές αποφάσεις, που αφορούν σε φλέγοντα ζητήματα της καθημερινότητας των πολιτών, αλλά και σε ζητήματα μείζονος σημασίας, όπως για παράδειγμα στα εθνικά θέματα, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας κτλ.

Η Νέα Δημοκρατία παραμένει σταθερή στις αξίες και τις αρχές της. Στηρίζει πάνω απ΄ όλα την Ελλάδα και τους Έλληνες. Θα ασκήσει υπεύθυνη Αντιπολίτευση, σκληρή όπου απαιτείται και επιβραβευτική όταν αρμόζει. Ελπίδα όλων μας, είναι και ο ΣΥΡΙΖΑ αντίστοιχα, να ασκήσει υπεύθυνη πολιτική διακυβέρνησης. Οψόμεθα..